Αγητόρια ή Αγητορία ή Αγητόρειον

Ὅταν δὲ στρατεύωνται ἔξω χώρας, πῦρ ἀπὸ τοῦ βωμοῦ τοῦ Ἀγήτορος Διὸς ἐναυσάμενος πυρφόρος λεγόμενος σύνεστι τῷ βασιλεῖ ἄσβεστον αὐτὸ τηρῶν.

Ήταν μία από τις εννιά ημέρες της γιορτής των Καρνείων αλλά δεν γνωρίζουμε προς τιμή ποιου θεού γινόταν.

Το όνομά της προέρχεται από τη λέξη "αγήτωρ" (οδηγητής), επίθετο που είχαν ο Δίας και ο Απόλλωνας στη Σπάρτη και ο Ερμής στη Μεγαλόπολη.

Aγητής, ή Aγήτης ονομαζόταν ο ιερέας των Καρνείων στη Σπάρτη και αγήτωρ ο ιερέας της Aφροδίτης στην Κύπρο.


Την ημέρα της Αγητορίας ο ιερέας έκανε θυσίες με τη βοήθεια των Καρνεατών. Οι Καρνεάτες ήταν ανύμφευτοι Σπαρτιάτες που επιλέγονταν με κλήρωση (πέντε από κάθε φυλή) για μια τετραετία και στη διάρκεια της θητείας τους δεν μπορούσαν να νυμφευθούν.


Πριν από κάθε εκστρατεία, οι Σπαρτιάτες, θυσίαζαν στο βωμό του Δία Αγήτορα. Οι στρατηγοί έπαιρναν το ιερό πυρ από το βωμό που είχε γίνει η θυσία και με τη φωτιά αυτή άναβαν τις δάδες τις οποίες κρατούσαν οι επικεφαλείς του στρατεύματος.


Αγητόρεια γιορτάζονταν και στην Κύπρο και ο αγήτωρ, ο ιερέας της Αφροδίτης, οδηγούσε την πομπή κατά τη διάρκεια της γιορτής.

 
 
Ερυθρόμορφος, ελικωτός κρατήρας, 410-400 π.Χ. Αποδίδεται στο ζωγράφο των Καρνείων. Στην εικόνα απεικονίζεται χορός προς τιμή του Απόλλωνα Καρνείου. Τάραντας, Museo Archeologico Nazionale
 

Βιβλιογραφία - πηγές

Ησύχιος, Λεξικόν

ἀγήτης· ὁ ἱερώμενος, ἄτιμος, ἐν δὲ τοῖς Καρνείοις ὁ ἱερώμενος
τῆς θεοῦ. καὶ ἡ ἑορτὴ Ἁγητόρια [ὡς ἀγήμαι ἔχει εἰσορόαντος]

ἀγητόρειον· ἑορτή

Ξενοφώντας, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, 13, 2, 3

Διηγήσομαι δὲ καὶ ἣν ἐπὶ στρατιᾶς ὁ Λυκοῦργος βασιλεῖ
δύναμιν καὶ τιμὴν κατεσκεύασε. πρῶτον μὲν γὰρ ἐπὶ
φρουρᾶς τρέφει ἡ πόλις βασιλέα καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ·
συσκηνοῦσι δὲ αὐτῷ οἱ πολέμαρχοι, ὅπως ἀεὶ συνόντες
μᾶλλον καὶ κοινοβουλῶσιν, ἤν τι δέωνται· συσκηνοῦσι
δὲ καὶ ἄλλοι τρεῖς ἄνδρες τῶν ὁμοίων· οὗτοι τούτοις ἐπι-
μελοῦνται πάντων τῶν ἐπιτηδείων, ὡς μηδεμία ἀσχολία ᾖ
αὐτοῖς τῶν πολεμικῶν ἐπιμελεῖσθαι. ἐπαναλήψομαι δὲ ὡς
ἐξορμᾶται σὺν στρατιᾷ ὁ βασιλεύς. θύει μὲν γὰρ πρῶτον
οἴκοι ὢν Διὶ Ἀγήτορι καὶ τοῖς σιοῖν [αὐτῷ]· ἢν δὲ ἐνταῦθα
καλλιερήσῃ, λαβὼν ὁ πυρφόρος πῦρ ἀπὸ τοῦ βωμοῦ
προηγεῖται ἐπὶ τὰ ὅρια τῆς χώρας· ὁ δὲ βασιλεὺς ἐκεῖ αὖ
θύεται Διὶ καὶ Ἀθηνᾷ. ὅταν δὲ ἀμφοῖν τούτοιν τοῖν θεοῖν
καλλιερηθῇ, τότε διαβαίνει τὰ ὅρια τῆς χώρας· καὶ τὸ πῦρ
μὲν ἀπὸ τούτων τῶν ἱερῶν προηγεῖται οὔποτε ἀποσβεν-
νύμενον, σφάγια δὲ παντοῖα ἕπεται. ἀεὶ δὲ ὅταν θύηται,
ἄρχεται μὲν τούτου τοῦ ἔργου ἔτι κνεφαῖος, προλαμβάνειν
βουλόμενος τὴν τοῦ θεοῦ εὔνοιαν. πάρεισι δὲ περὶ τὴν
θυσίαν πολέμαρχοι, λοχαγοί, πεντηκοντῆρες, ξένων στρατί-
αρχοι, στρατοῦ σκευοφορικοῦ ἄρχοντες, καὶ τῶν ἀπὸ τῶν
πόλεων δὲ στρατηγῶν ὁ βουλόμενος· πάρεισι δὲ καὶ τῶν
ἐφόρων δύο, οἳ πολυπραγμονοῦσι μὲν οὐδέν, ἢν μὴ ὁ βασι-
λεὺς προσκαλῇ· ὁρῶντες δὲ ὅ τι ποιεῖ ἕκαστος πάντας σω-
φρονίζουσιν, ὡς τὸ εἰκός. ὅταν δὲ τελεσθῇ τὰ ἱερά, ὁ βασι-
λεὺς προσκαλέσας πάντας παραγγέλλει τὰ ποιητέα.