Ασπαλίς (η)

Η Ασπαλίς ήταν μια αγνή νέα από τη Μελιταία της Φθιωτικής Αχαΐας. Πατέρας της ήταν ο Αργαίος και αδελφός της ο Αστύγιτος.

Ήταν πολύ όμορφη και είχε προκαλέσει τον πόθο του Τάρταρου, του τύραννου της περιοχής. Ο Τάρταρος την παρενοχλούσε συνεχώς και της μιλούσε με απρέπεια.

Η νέα μην αντέχοντας τις προσβολές του, αυτοκτόνησε.

Ο αδελφός της εκδικήθηκε τον θάνατό της, σκοτώνοντας τον Τάρταρο. Στη συνέχεια όταν αναζήησε το σώμα της δεν το βρήκε. Στη θέση του σώματός της υπήρχε ένα άγαλμα ή το σώμα μιας άγνωστης κοπέλας.

Σύμφωνα με την παράδοση, η θεά Άρτεμη είχε αρπάξει την Ασπαλίδα, εξαιτίας της αγνότητά της.

Σε ανάμνηση του γεγονότος, κάθε χρόνο, οι νέες της Μελιταίας γκρέμιζαν από απόκρημνο βράχο έναν νεαρό τράγο και οι Μελιταιείς ανέγειραν προς τιμή της το Ιερό της Ασπαλίδος Αρτέμιδος.

Η Άρτεμις Ασπαλίς θεωρείτο προστάτης των αλιέων, επειδή η λέξη "άσπαλος" στην τοπική διάλεκτο, σήμαινε ψάρι.

Βιβλιογραφία - πηγές

Αντωνίνος Λιβεράλις, Μεταμορφώσεων Συναγωγή, 13, 3, 3

ἐν ταύτῃ τῇ
Μελίτῃ τύραννος ἐγένετο βίαιος καὶ ὑβριστής, ὅν οἱ μὲν
ἐπιχώριοι οὐδ' ὀνομάζουσιν, ὑπὸ δὲ τῶν ξένων Τάρταρος
ἐκαλεῖτο. οὗτος εἴ τις διαβοηθείη παρθένος ἐπὶ κάλλει
τῶν ἐγχωρίων, ἀπῆγεν αὐτὴν καὶ ἐμίγνυτο πρὸ γάμου
κατὰ βίαν.
τότε δ' οὖν εἴρητο πρὸς τοὺς θέραπας ἀπάγειν
Ἀσπαλίδα τὴν θυγατέρα τὴν Ἀργαίου τῶν οὐκ ἀσήμων.
ἡ δὲ παῖς, ὡς ἔκπυστος ὁ λόγος ἐγένετο, πρὶν ἀφικέσθαι
τοὺς ἀπάξοντας ἀνήρτησεν ἑαυτήν. τῆς δὲ πράξεως οὔπω
διαβοηθείσης ἀδελφὸς ὁ τῆς Ἀσπαλίδος Ἀστυγίτης ὤμοσεν,
ὅτι πρότερον τίσεται τὸν τύραννον ἢ τὸ σῶμα καθαιρήσει
τὸ τῆς ἀδελφῆς.
ἐνδὺς δὲ τάχιστα τὴν στολὴν τῆς Ἀσπαλίδος
καὶ κρύψας παρὰ τὴν εὐώνυμον πλευρὰν τὸ ξίφος
ἔλαθε πρὸς τὴν ὄψιν ἀντίπαις ὤν· παρελθὼν δ' εἰς τὰ οἰκία
γυμνὸν ὄντα καὶ ἀφύλακτον τὸν τύραννον κτείνει.
οἱ δὲ Μελιτεῖς τὸν μὲν Ἀστυγίτην ἐστεφάνουν καὶ μετὰ παιάνων
προέπεμπον, τὸ δὲ σῶμα τοῦ τυράννου κατεπόντωσαν εἰς
ποταμὸν ἐμβαλόντες, ὃν ἔτι νῦν ἐξ ἐκείνου τοῦ χρόνου Τάρταρον
καλοῦσι· τὸ δὲ σῶμα τὸ τῆς Ἀσπαλίδος ἐξερευνῶντες
πάντα τρόπον, ὅπως κηδεύσωσιν ἐπισήμως, οὐκ ἠδυνήθησαν
εὑρεῖν
· ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἠφανίσθη κατὰ θεόν, ἀντὶ
δὲ τοῦ σώματος ἐφάνη ξόανον παρὰ τὸ τῆς Ἀρτέμιδος
ἑστηκός.
ὀνομάζεται δὲ παρὰ τοῖς ἐγχωρίοις τοῦτο τὸ
ξόανον Ἀσπαλὶς Ἀμειλήτη Ἑκαέργη, ᾧ καθ' ἕκαστον ἔτος
αἱ παρθένοι χίμαρον ἄθορον ἐκρήμνων, ὅτι καὶ ἡ Ἀσπαλὶς
παρθένος οὖσα ἑαυτὴν ἀπηγχόνισεν.